νταβατζιλίκι


νταβατζιλίκι
το
1. η ιδιότητα και οι ασχολίες τού νταβατζή
2. η συμπεριφορά τού νταβατζή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νταβατζής + κατάλ. -ιλίκι (πρβλ. δημαρχ-ιλίκι)].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.